Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Καραδοκεί η λεπίδα του κι αυχένα μην του δώκεις…

Πριν δυό νυχτιές σ’ ατίμασαν το έρμο το παιδί σου,

Δώδεκα μόλις Μάηδων άγουρο κοπελούδι,

Στον Άδην εταξίδεψε και πίσω πάλιν ήρθε,

Από κοντά του λόγου σου με σαλεμένο νου.

Τώρα γροικάς τους φόβους σου σα να τους πρωτοβλέπεις,

Τώρα νογάς τον κίντυνο κι αστράφτεις και βροντάς…

Κι ακροθωρείς το συχασμό πού’νοιωθες ως τα χτες…

Σε απανέμι όρμισμα πλώριαζες το σκαρί σου

Χρόνια πολλά δε λόγιαζες του Χάρου την Πνοή,

Δε θάρρευες πως πάνω σου κακό θε να ξεσπάσει,

Ο κίνδυνος του σύντεκνου δεν σ’ έκρουε την ψυχή.

Μα σαν κινήσει αφελή η θύελλα να θεριεύει

ανόητο είν’ να μολογάς «εσένα δεν θα σ’ εύρει».

Σαν αρχινήσει η άγκυρα στην άμμο να ξεσέρνει

Ξέχνα τ’ αραξοβόλι, λησμόνα τη θαλπωρή.

Το είδες, το προγεύτηκες, πάλι, ξανά και πάλι,

Το έβλεπες να σέρνεται τις νύχτες σαν στοιχειό,

Αγέρα έβαζε τραχύ κι έπαιρνε να φρεσκάρει,

Μα συ επέμενες να ζεις σα «νάσουν κάπου αλλού».

Ξεγέλαγες τους φόβους σου μες στης ψευτιάς τη ζάλη….

«…Μη νοιάζεσαι και λογισμούς μη βάνεις στο κεφάλι,

 Τς αν εχαθούσι επαέ

Αλλού θεριεύουν άλλοι

Κ’ αν σαλευθεί ούλ’ η γενιά,

Χαμέ θ’ ανθίσει πάλε…»

Με τέτοια σου καλόμαθαν να ξεγελάς το φόβο,

Με τέτοια σ’ αποκοίμισαν, σου θόλωσαν το νου.

Μα να που κύματα βαριά μπήκαν και μές στον όρμο,

Να σου θυμίσουν με ορμή τι Κάβος είν’ η Ζωή.

Θάρρεψες πως τα κύματα περνούν κι αλλού χτυπάνε,

Πως σένα δε σ’ αγγίζουνε και δεν σε αφορά.

Μα κύμα που στο βράχο σπάει

σε «Αντιμάμαλο γυρνάει κι αφρίζοντας θερίζει».

Άκου λοιπόν «αμέριμνε κι ανόητε ανθρωπάκο»,

Άκου καλά αν τα παιδιά σου θέλεις ζωντανά.

Θωρώντας τον καιρό στα μπρος

Ανοίξου όσο έχεις χρόνο,

Κατέχε το μη κρύβεσαι άλλο απ’ τον «Καιρό»,

τη χαραμάδα σα θα βγει στου Χρόνου το χιτώνα

γύρεψ’ τη, μην τη φοβηθείς,

κι Ανάσταση αν καρτερείς,

πόνο ψυχής να στέργεις,

Αλλόκοσμος ετάχθηκες και πάψε να τ’ αρνιέσαι,

Αρχαίοι τ’ αποφάσισαν κι αλλόκοσμος λογιέσαι,

Δεν είσαι συ περιστερά, παρά Γεράκι ατόφιο,

Λέοντας, Λύκος μοναχός με δυνατό τον κόρφο.

Ναι, είν’ αλήθεια Δράκοντες το δρόμο θα σου φράξουν,

της Ίσιδας παράμερα το πέπλο σαν  θα σύρεις,

μανιώνοντας θ’ αμολυθούν, θα θεριευτούν, θα φρυάξουν,

στρατί βαρύ θε να διαβείς, αίμα πολύ θα χύσεις.

Φωτιά κι αν ξερνάν οι ουρανοί και κοπαδιές δαιμόνων,

Πύρα τρανή συνδαύλισε και νίκησε το Φόβον.

Στα πετροβούνια σταυραητός το Χάρο να ματώσεις

καραδοκεί η λεπίδα του κι αυχένα μην του δώκεις.


Γεράκι του Αιγαίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου